Διάφορες Μέθοδοι Καθαρισμού του Νερού

Αυτή τη στιγμή υπάρχει στην αγορά πληθώρα συσκευών για τον καθαρισμό του νερού. Οι υποστηρικτές των διαφόρων μεθόδων καθαρισμού του νερού συχνά υπόσχονται πολλά για το προϊόν τους και τελικά μπορεί να είναι δύσκολο ακόμα και για τον πιο προσεκτικό καταναλωτή το να αποφασίσει ποιά  μέθοδος καθαρισμού του νερού ανταποκρίνεται περισσότερο στις ανάγκες του. Για να σας βοηθήσουμε σε αυτή την επιλογή  σας δίνουμε μια σύντομη περιγραφή των τριών από τις πιο γνωστές μεθόδους καθαρισμού του νερού. Στις επόμενες παραγράφους θα διαβάσετε για τη διαδικασία και την βέλτιστη χρησιμότητα της αντίστροφης όσμωσης,της διύλισης και του φιλτραρίσματος.

Αντίστροφη Όσμωση

Η αντίστροφη όσμωση είναι μια μέθοδος καθαρισμού του νερού που έγινε δημοφιλής στη δεκαετία του 1970.
Αρχικά   με αυτή τη μέθοδο γινόταν αφαλάτωση του θαλασσινού νερού με τη βοήθεια μιας  ημιδιαπερατής μεμβράνης -συνήθως κατασκευασμένης από υλικά με βάση την πολυαμίδη και  μιας πηγής πίεσης. Το  νερό υποχρεώνεται να κινηθεί μέσα από την ημιδιαπερατή μεμβράνη αντίθετα από τον φυσικό του τρόπο ροής (όσμωση) από το διάλυμα με πολύ αλάτι σε διάλυμα με λίγο αλάτι. Ο στόχος της αντίστροφης όσμωσης είναι να εμποδίσει τη δίοδο των μορίων του αλατιού από την μεμβράνη ώστε να έχουμε από τη μία πλευρά της μεμβράνης καθαρισμένο νερό και από την άλλη πλευρά νερό με πολύ αλάτι.

Τα τελευταία χρόνια έγινε μια προσαρμογή της αντίστροφης όσμωσης ώστε να καθαρίζει το πόσιμο νερό της βρύσης. Παρότι η αντίστροφη όσμωση είναι πολύ αποτελεσματική μέθοδος αφαλάτωσης του θαλασσινού νερού, αυτή η διαδικασία δεν είναι επιθυμητή για τον καθαρισμό του πόσιμου νερού. Πρώτον η ημιδιαπερατή μεμβράνη μπορεί να αφαιρέσει από το νερό μόνο τα σωματίδια που είναι μεγαλύτερα από τα μόρια του νερού. Η μεμβράνη θα κατακρατήσει μεταλλικά σωματίδια και τα περισσότερα βαρέα μέταλλα αλλά δεν θα μπορέσει να αφαιρέσει το χλώριο και άλλα συνθετικά χημικά. Αυτά τα χημικά είναι μικρότερα από τα μόρια του νερού και εύκολα μπορούν να περάσουν από τη μεμβράνη. Η αντίστροφη όσμωση, πέρα από αυτό το μειονέκτημα είναι επίσης σπάταλη και δαπανηρή. Συνήθως ξοδεύονται τρία γαλόνια νερού για να έχουμε ένα γαλόνι καθαρισμένο νερό.

Διύλιση

Η μέθοδος της διύλισης η οποία αποτελεί κυρίως ένα τρόπο παραγωγής οινοπνευματωδών ποτών, υπάρχει εδώ και χιλιετίες. Η διύλιση έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής ως μέθοδος στη δεκαετία του 1970 αλλά επειδή είναι δαπανηρή και αναποτελεσματική για τον καθαρισμό του νερού τώρα πια έχει σχεδόν περιοριστεί στα επιστημονικά εργαστήρια και στα τυπογραφεία. Όμως εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σε μικρή κλίμακα για τον καθαρισμό του πόσιμου νερού και γι αυτό πρέπει να την αναφέρουμε.

Κατά την διαδικασία της διύλισης το μολυσμένο νερό θερμαίνεται μέχρι το σημείο βρασμού. Από τη στιγμή που το νερό αρχίζει να εξατμίζεται διατηρείται σε σταθερή θερμοκρασία ώστε να διασφαλιστεί ότι οι βλαβερές ουσίες που έχουν υψηλότερο σημείο βρασμού από το νερού δεν θα εξατμιστούν. Ο ατμός από το νερό οδηγείται μέσω μιας σειράς σωλήνων σε ένα δοχείο όπου και ψύχεται για να υγροποιηθεί.

Ο στόχος της διύλισης είναι να παραχθεί στο δεύτερο δοχείο καθαρό νερό ενώ οι βλαβερές ουσίες θα παραμείνουν στο πρώτο δοχείο.  

Η διύλιση λόγω της συνεχούς θερμότητας αφήνει στο πρώτο δοχείο τις βλαβερές ουσίες που έχουν υψηλότερο σημείο βρασμού από το νερό. Ανάμεσα σε αυτές τις ουσίες είναι τα βαρέα μέταλλα, αλλά και τα ιχνοστοιχεία των μετάλλων, και πολλά χημικά από τα φυτοφάρμακα, αλλά δεν περιλαμβάνεται το χλώριο και τα πτητικές οργανικές ενώσεις VOC΄s, τα οποία έχουν χαμηλότερο σημείο βρασμού από το νερό, οπότε μεταφέρονται στο δεύτερο δοχείο. Επομένως η διύλιση δεν  είναι πολύ αποτελεσματική για τον καθαρισμό του πόσιμου νερού. Επίσης, είναι και απίστευτα δαπανηρή-όπως  και η αντίστροφη όσμωση-γιατί ξοδεύει σχεδόν το 80% του νερού το οποίο χρησιμοποιεί.

  Φιλτράρισμα

Το φιλτράρισμα χρησιμοποιείται τις τελευταίες δύο δεκαετίες ως πρωτοπόρος της τεχνολογίας καθαρισμού του νερού. Αυτή η καινοτόμος διαδικασία είναι η μόνη τεχνική καθαρισμού που μπορεί να αφαιρέσει αποτελεσματικά το χλώριο-το κύριο βλαβερό συστατικό του νερού που προέρχεται από την παροχή του δικτύου.

Στη μέθοδο του φιλτραρίσματος χρησιμοποιείται ένα φίλτρο μέσα από το οποίο περνάει το νερό. Στα παλαιότερα χρόνια χρησιμοποιούσαν ως φίλτρο την άμμο ενώ τώρα χρησιμοποιούνται φίλτρα από συμπαγή άνθρακα ή διάφορα μείγματα που περιέχουν άνθρακα. Η διαδικασία του φιλτραρίσματος περιλαμβάνει πολλά στάδια όπου οι βλαβερές ουσίες αφαιρούνται ή μειώνονται κατά σειρά σπουδαιότητας. Στην πρώτη φάση του φιλτραρίσματος  μειώνονται σημαντικά τα με την μεγαλύτερη συγκέντρωση χημικά, όπως το χλώριο και τα πτητικές οργανικές ενώσεις (VOC΄s). Αυτή η προκαταρτική κατακράτηση, βοηθάει στο να εξουδετερωθούν στις επόμενες φάσεις  οι βλαβερές ουσίες όπως τα εντομοκτόνα και τα μικροσκοπικά μικρόβια, που φιλτράρονται πιο δύσκολα. Στις επόμενες φάσεις του φιλτραρίσματος μειώνεται ο μόλυβδος και τα χημικά από τα φυτοφάρμακα. Καθώς το νερό περνάει από τις διάφορες φάσεις του φιλτραρίσματος οι βλαβερές ουσίες μπλοκάρονται με φυσική και χημική διαδικασία μέσα στα φίλτρα.

Οι βλαβερές ουσίες που είναι μεγαλύτερες από τα μόρια του υλικού του φίλτρου εμποδίζονται να περάσουν ενώ άλλα ανεπιθύμητα στοιχεία του πόσιμου νερού (όπως το χλώριο και οι πτητικές οργανικές ενώσεις) υποχρεώνονται να διασπάσουν την χημική τους ένωση με τα μόρια του νερού, και να προσκολληθούν στο υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένο το φίλτρο.

Ένας από τους βασικούς λόγους που το φιλτράρισμα έχει γίνει τα τελευταία χρόνια η κύρια μέθοδος καθαρισμού του νερού είναι το γεγονός ότι σε αυτή τη μέθοδο χρησιμοποιούνται τόσο χημικές όσο και φυσικές διαδικασίες για να εμποδιστεί το πέρασμα των   βλαβερών  ουσιών. Ο συμπαγής άνθρακας  και  τα φίλτρα από μείγμα άνθρακα δεν είναι απλώς τα μόνα μέσα που μπορούν να αφαιρέσουν από το πόσιμο νερό το χλώριο και τα πτητικά οργανικά στοιχεία  αλλά επίσης έχουν την ικανότητα να αφήνουν μέσα στο νερό με το ισορροπημένο pH, τα ευεργετικά  για την υγεία μας μεταλλικά στοιχεία. Η απορροφητική ικανότητα αυτών των φίλτρων προσελκύει το χλώριο και τα πτητικά οργανικά  στοιχεία ενώ αφήνει τα ιχνοστοιχεία των μετάλλων να περάσουν μέσα από το φίλτρο.